"Free Software" και "Open Source"

Από Κοινότητα Ελεύθερου Λογισμικού ΕΜΠ
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ελεύθερο λογισμικό πηγάζει από την κουλτούρα των hackers, η οποία γεννήθηκε σε πανεπιστήμια όπως το MIT και το Berkeley τις δεκαετίες του '60 και του '70, με έντονες επιρροές από τους hippies και τον αναρχισμό. Στους hackers άρεσε να δίνουν έξυπνες λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα και έγραφαν λογισμικό γιατί το χρειάζονταν και θεωρούσαν απόλυτα φυσιολογικό να μοιράζονται κώδικα και τεχνογνωσία.

Όταν όμως οι εταιρίες άρχισαν να αντιλαμβάνονται το λογισμικό ως προιόν, στα προγράμματα εμφανίστηκαν σημειώσεις για τα πνευματικά δικαιώματα. Δεν ήταν πλέον δεδομένη η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και κατά συνέπεια ούτε η δυνατότητα να μελετηθεί, να τροποποιθεί, και να μοιραστεί το λογισμικό. Για να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση ο Richard Stallman ίδρυσε το 1983 το GNU project, μια απόπειρα να υλοποιηθεί ένα ολόκληρο ελεύθερο λειτουργικό σύστημα από το μηδέν.

Για τον Stallman και τους υποστηρικτές του GNU project αυτό που έχει σημασία είναι οι ελευθερίες των χρηστών. Θέλουν το λογισμικό να μείνει στον έλεγχο της κοινωνίας και ασκούν κριτική στην ατομική ιδιοκτησία του λογισμικού, προσπαθώντας να το συλλογικοποιήσουν. Οι επιδιώξεις του κινήματος του ελεύθερου λογισμικού διασταυρώνονται έτσι με τη υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, εκφράζοντας την απελευθέρωση στον κυβερνοχώρο.

Πλέον, το ελεύθερο λογισμικό καθημερινά συμβάλλει στην κοινωνική απελευθέρωση. Με βάση το GNU/Linux άρχισε πρόσφατα να χτίζεται η τεχνολογική υποδομή της μπολιβαριανής Βενεζουέλας. Ταυτόχρονα, θα ήταν αδύνατη χωρίς αυτό η λειτουργία ελεύθερων και συλλογικών μέσων πληροφόρησης, από την Wikipedia (την μεγαλύτερη εγκυκλοπαίδεια που υπήρξε ποτέ), μέχρι το δίκτυο Indymedia.

Από την άλλη, το ελεύθερο λογισμικό αντιπροσωπεύει ένα αποδοτικό μοντέλο ανάπτυξης λογισμικού, αντηχώντας την γενικότερη φιλοσοφία του λεγόμενου δικτυακού τρόπου παραγωγής, χαρακτηριστικού της Νέας Οικονομίας. Το βιβλίο του Eric Raymond, "The Cathedral and The Bazaar" περιγράφει αυτήν αντίθεση μεταξύ του τρόπου ανάπτυξης του ελεύθερου λογισμικού και του παραδοσιακού, φορντικού μοντέλου παραγωγής. Λίγο μετά το 1997 εμφανίστηκε ο όρος "open source", περιγράφοντας το ίδιο ακριβώς λογισμικό με το "free software" αλλά δίνοντας έμφαση στα πρακτικά και οικονομικά του πλεονεκτήματα, σε μια προσπάθεια να "αποκαθάρει" το λογισμικό από την φιλοσοφία της ελευθερίας και να το αναδείξει σε business friendly πρακτική.

Εταιρείες-κολοσσοί όπως η Sun και η IBM αγκάλιασαν τον νέο ορισμό και μαζί το ελεύθερο λογισμικό, όχι για τις αξίες του αλλά για τα τεχνικά του πλεονεκτήματα και το αποδοτικό μοντέλο παραγωγής. Οι ίδιες εταιρίες που παλιότερα καταδίωκαν τους hackers, άνοιξαν τον κώδικα των προιόντων τους, επιδιώκοντας ταχύτερη ανάπτυξη ενώ πλέον στηρίζουν ενεργά πολλά projects ελεύθερου λογισμικού. Ταυτόχρονα νέες μεγάλες εταιρίες, όπως η Redhat και η Canonical, γιγαντώνονται δραστηριοποιούμενες αποκλειστικά στον χώρο αυτό.

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τη διπλή φύση του ελεύθερου λογισμικού. Από τη μια είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στον αγώνα του ανθρώπου για ελευθερία, ενώ από την άλλη χρησιμεύει σε εταιρείες κολοσσούς να βγάζουν ακόμα περισσότερα χρήματα. Όπώς και με κάθε τι άλλο, η πραγματική του σημασία θα καθοριστεί τελικά από εμάς που το χρησιμοποιούμε.